Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Ανήκω και εγώ στην κατηγορία των αντικειμενικών ,είτε το θες ,είτε όχι!

Picture from here

Ξύπνησα και σήμερα ,με ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Εκείνο το συναίσθημα που πάντα νιώθω και εισπράττω …. ,την απογοήτευση τους. Με κοιτάνε με ‘κείνα τα ολοκάθαρα ,γυαλιστερά υγρά τους μάτια. Και όσες φορές και αν έψαχνα μετά από, μια μάχη, μια σύγκρουση, κάτι να πω ,πάντα έβρισκα την συγνώμη .Άλλοτε πάλι έκανα μια βουτιά σε ένα βυθό φτιαγμένο από αλμυρό νερό και σκέψεις. Το χάρισμα μου ήταν να φέρνω την διαφορά .Μα για εκείνη την διαφορά ,με έκλειναν μέσα σε ένα κελί….Αφού πρώτα βγήκα σε ένα βάθρο και είπα κάτι που άκουσα:
«Πάρε έναν άνθρωπο και βάλε τον μέσα σε ένα δωμάτιο ,βγάλε όλα του τα ρούχα, όλες του τις μάσκες ,τις ευαισθησίες ,την λογική, την τρέλα, τα αισθήματα ,τα ελαττώματα του…..Άφησε τον γυμνό από τα πάντα. Μετά πες μου σε τι διαφέρει από εσένα….» . Υστέρα ήπια όλο το νερό που είχανε στο αναλόγιο του βάθρου και αποχώρισα με σκυμμένο το κεφάλι , διαπιστώνοντας ότι κανείς δεν χειροκρότησε το λόγο μου. Εκείνο τον μονό λόγο ύπαρξης μου.
Πόσες φορές μες το κελί μου κρυβόμουνα από αυτή την δεσμοφύλακα ,την Τιμωρία. Αλήθεια την έτρεμα ,όταν άκουγα τα βήματα της στα δικαστήρια τους. Μα είχα και κάποιους που με νοιαζόντουσαν, με υποστήριζαν. Δεν θα ξεχάσω πόσες φορές αυτός ο δικηγόρος ,ο κύριος Χρόνος, με υπερασπίστηκε με υπομονή και κατάφερνε την λήξη των παθών μου. Μα αυτή που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου είναι την δεσποινίδα Αρχή, εκείνη την γλυκιά κοπέλα που σταδιακά ερχότανε και μου έδινε θάρρος. Με κοίταζε με τα σοκολατένια μάτια της όλο κατανόηση και με τα ζαχαρένια της χέρια με αγκάλιαζε. Οι περισσότεροι φυλακισμένοι μου είπανε ότι ήταν μια τρελή που το χόμπι της ήταν να επισκέπτεται τους κατάδικους και να τους καρφώνει στο μυαλό υποσχέσεις .Δεν με ένοιαζε όμως εμένα ,με συνεπαίρνε η πρόσκληση που μου ψιθύριζε στο αυτί . Εκείνη η πρόσκληση που έμοιαζε πρόκληση για το αύριο. Σαν ένα θεραπευτικό ρόφημα γεμάτο από όνειρα. Τα έκανε Θεέ μου όλα να φαίνονται μπροστά σε εκείνη την δεδομένη στιγμή αδύναμα πρόσκαιρα.
Και να που μια δεύτερη δανική ευκαιρία ,να αποδείξω ότι με κατανοώ, μπορεί να αποβεί μοιραία . Παρόλο που είμαι και θα είμαι ένα άβουλο πλάσμα. Ότι μου πούνε κάνω και ότι μου πούνε ψηφίζω. Έχω άχρωμο υφασμάτινο πρόσωπο για αυτό και όλοι μπορούν απάνω του να ζωγραφίσουν ότι θέλουν .Και ας λένε…. ότι είμαι ανθρώπινο και με συχωρούνε ,εγώ ξερώ…. αν το εισπράττω αυτό ,εγώ ξέρω αν επαναλαμβάνομαι.
Φυσικά κάποιες φορές είμαι και άπιαστο. Συμβαίνω δευτερόλεπτα και φέρνω μάρτυρες σπουδασμένους ηθοποιούς, να με υποστηρίξουν. Δεν κλείνομαι σε κελί , δεν γνωρίζω την δεσποινίδα Αρχή και δεν χρειάζομαι τον κύριο Χρόνο. Και αν κάποτε μέσα μου νιώσω ενοχές, ή αν αυτό το αληθινό που λένε οι ελάχιστοι άλλοι, δεν μου κάνει και θέλω να καλυφτώ. Βγαίνω απάνω στο βήμα και δεν λέω τίποτα, απλά ρίχνω με ένα προβολέα δυνατό φως σε κάποιον άλλον, που έχει το ίδιο όνομα με εμένα, «Λάθος»!

Picture from here


Το ¨Λάθος¨ στο πιο πάνω μου κείμενο μπορεί να ακούγεται σαν ένα μικρό καταδικασμένο παιδάκι ,αλλά και σε ένα αδέξιο τέρας .Μα το πιο σίγουρο είναι πιστεύω ότι από την στιγμή που κάτι αποκαλείτε λάθος θα έχει και την ανάλογη συχώρεση .Ακόμα και αν είναι σοβαρό για τους γραμμένους και άγραφους νομούς γενικά , ή την δικιά μας οπτική πλευρά. Το αν μαθαίνουμε από τα λάθη μας αυτό με κάνει να γίνομαι σαρκαστικός διαβάζοντας την ιστορία γενικά . Και αν θέλετε πιστεύω ,παρατηρείτε και στην προσωπική ιστορία του καθένα από μας ξεχωριστά. Το μονό που αλλάζει είναι οι ευθύνες μας μεγαλώνοντας .Γι΄ αυτό και τα λάθη μας, η τα λάθη των συνανθρώπων μας περνούν ανάλογη βαρύτητα , πάντοτε όπως τα αντιλαμβανόμαστε εμείς φυσικά.
Πότε πρέπει να ορίζουμε κάποια πράξη ,η κάτι λανθασμένο; Ποτέ μπορεί ένα λάθος να συγχώρεθει και ποτέ όχι ; Ποιες είναι οι απόψεις σας περί του θέματος; Εσείς τι λάθη δε συχωράτε( ελπίζω να εξαιρούνται τα ορθογραφικά : ) ) ;

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Ηλί Ηλί-Θεέ μου


[Αγαπημένα μου νεραιδοπλάσματα ,ο σιδεράς σας ταξίδεψε πάλι,γι’ αυτό και εξαφανίστηκε από τα μαγικά σας παράθυρα . Έφτασε ακόμα μια φορά κάπου που υπάρχει ανθρώπινος πόνος ,μα αυτά θα τα πούμε αργότερα . Έχω ακόμα κάποια τρεχάματα και διευθετήσεις ώσπου να ξανά επανέλθω .Το πιο κάτω κείμενο το έγραψα πιο παλιά με τίτλο «Θεοφάγοι», επηρεασμένος από την γιορτή του Πάσχα ,μα με την καινούργια εναλλαγή ,μου φαίνεται, του πάει καλύτερα αυτός ο τίτλος.]


Είναι φορές που καλπάζει η φωνή σου μες την καρδιά ,σαν άλογο δυνατό, μεταξένιο , και σου λέει , «Βρες το άγιο ποτάμι, το άλλο άγιο δώρο. Κι αν είσαι αρκετά δυνατός καθάρισε τις ψυχές τους και για αντάλλαγμα θα πάρεις πίσω την δικιά σου. Και ‘γω …,εγώ , στο υπόσχομαι, θα σε κάνω δέντρο μες τον κήπο μου ,δέντρο αθάνατο , δέντρο της γνώσης, δέντρο όπως πρώτα… »

Βρίσκεις το ποτάμι, κανείς ότι σου λέει η καρδιά σου εκείνο το άθλιο ,το αληθινό , το ιδιαίτερο ,το μοναδικό φως ,της ηλίθιας ,της ηλίθιας, της ηλίθιας ,της αγάπης! Στέλνεις χείμαρρους μες ‘τις φαρισαίες , βρομερές συνειδήσεις .Mα αυτές δεν καθαρίζουν , σου βάζουνε φράγματα ,λογοκρισίες, ψευτιές…. Άνισος αγώνας ,στην δικιά σου αρένα, την ολόδικια σου αρένα ! Γιατί; Γιατί είσαι τόσο ηλίθιος!Γι’ αυτό ! Γι’ αυτό πάντα θα υπάρχει εκείνη η ηλιθία καλοσύνη σου , η αρένα σου!

Σε νίκησαν αν το έχεις καταλάβει. Μήπως το έχεις καταλάβει ποτέ σου; Ηλί Ηλί-Θεέ μου νικιέσαι! Νικιέσαι ,παίρνεις το κεφάλι σου , που σου ΄χουν κόψει και το τοποθετείς, σαν να απαλλάσσεσαι από αυτό το τρόπαιο ,αυτή την τιμητική στολή που σου έδωσε εκείνη ,εκείνη η μάνα γη. Η γη, το χώμα ,δίχως τον ουρανό ,δίχως Εκείνον . Πάνω σ’ εκείνον τον ασημένιο δίσκο. Ξέρεις… ,εκείνον που αντανακλά ,το σπαραγμένο φως. Εκείνον τον μαγικό καθρέφτη , που στα μάτια αντανακλά ,ο ηδονικός χορός του σαλώμικου χρώματος , η όμορφη λαγνεία της ηρωδικής ύλης. Εκείνον!

Τώρα όμως , Ηλί Ηλί-Θεέ μου που σωπάσανε τα μάτια σου… ,είναι η καρδιά σου μόνο... Μόνο εκείνη χτυπά ρυθμικά στον κρότο των ατσάλινων καρφιών. Τα ξέρεις εσύ αυτά τα ατσάλινα, τα έφτιαξες , τα έδωσες και πληρώθηκες καλά γι’ αυτά . Να ‘ναι γερά, να κρατάνε ,να μην σκουριάσουν, να κάνουν σωστά την δουλειά τους. Όπως και εσύ! Ηλίθιε, Ηλίθιε, Ηλίθιε, για να σε δω ,που σου τρυπάνε τα δικά σου ποδιά ,τα δικά σου χέρια. Για να σε δω τώρα! Σταμάτα να μου βρίσκεις δικαιολογίες είσαι ηλίθιος που πιστεύεις ,πιστεύεις σε κάτι ηλίθιο .Και πάψε να μου λες συνέχεια ότι φτιάχνεις όπλα για ανθρώπους. Γιατί εγώ σε ξέρω, άλλη είναι η ικανότητα σου ,εσύ είσαι φύλακας, θεραπευτής της γης.

Μην στεναχωριέσαι όμως ,πάλι τα κατάφερες ,τους εξαπάτησε η κουφή κόψη, μιας σκουριασμένης ξιφολόγχης, πάλι μέταλλο . Που άνοιξε ,μια Παναγία, πανάγια πληγή, που δεν σταμάτησε ποτέ για ‘σένα στα αιώνια ασημοστόλιστα εικονίσματα να κλαίει, να θεραπεύει… ,άλλες πληγές. Πληγές σαν την δικιά σου

Για άκουσε , Ηλί Ηλί-Θεέ μου ,μήπως είναι τα υπερήφανα ρωμαία ζάρια που μέχρι σήμερα γλιστράνε εκκωφαντικά ,αργά, στις δύσβατες χαραμάδες του μυαλού σου; Τρόπαιο ,η θεϊκή πορφύρα ,η αθανασία, που την πρωτοάγγιξαν δυο δουλικά ελληνικά χεριά. Και το φύλαξαν ,σκλαβωμένα, ταπεινωτικά, όπως ,την σημαντική ιστορική τους , ανεπανάληπτη, αξία .

Ώσπου έρχεται εκείνη η μέρα που γίνεσαι ο ακέφαλος καβαλάρης. Αρπάζεις, ελευθερώνεις, τον μανδύα και τον ρίχνεις πάνω σ’ ένα ανάξιο ,γολγοθένιο βουνό .Για να το κανείς όμορφη πεδιάδα με πορφυρές παπαρούνες .Κατεβαίνεις τότε και αμολάς ελεύθερο το δυνατό άλογο, μες την ίδια κόκκινη πεδιάδα. Στέκεσαι στην μέση της και νιώθεις να σε λυπούν οι τόσες μάχες , το τόσο αίμα, ο τόσος πόνος που μαζεύτηκε. Τόσος, τόσος …,σαν δηλητιριόδη φίδια που μαζεύτηκαν και λάβωσαν ,το άγριο, το άγιο, πνεύμα σου ,το ά-λογο σου .Και εκείνα τα άλλα …τα τόσα , τα τόσα δόντια τους ,που γαντζώθηκαν πάνω στα γυμνά σου πόδια;

Κοιτάς και το μεδουσένιο κεφάλι σου, στον ασημένιο δίσκο. Και δεν αναρωτιέσαι πια. Υψώνεις τα χέρια και ο άνεμος μαδάει όλες τις κόκκινες παπαρούνες ,στέλνοντας τα πέταλα τους στον ουρανό. Στον ουρανό ,για να σου φτιάξουν ένα κατακόκκινο ήλιο. Σταυρώνεις μετά τα χέρια , προς-εύχεσαι, συχωράς τον ήλιο. Εκείνος γίνεται κυανόασπρος, λαμπερός και κάνει στάχτη τα φίδια. Το κεφάλι ανοίγει τα ουράνια μάτια του και κοιτάζει το αποκεφαλισμένο του σώμα πατρικά.

Το άλογο αποκτά δυο θεόρατες κάτασπρες φτερούγες. Μα και ανθρώπινη λαλιά που σου λέει: «Τι γυρεύεις Ηλί Ηλί-Θεέ μου μέσα στους νεκρούς ,αυτά τα αρώματα δεν θα απλωθούν πότε στο κορμί σου. Γιατί πια δεν σ’ ανήκει! Ποτέ δεν σου άνηκε ! Ανήκει, άνηκε πάντα σε ‘κείνους ,εκείνους εκεί ,τους αλυσοδεμένους στην γη .Εκείνους που αναζητούν, που βλέπουν ψηλά, που θέλουν να πετάξουν , εκείνους τους μόνους , τους μοναχούς μονομάχους , εκείνους τους Θεοφάγους!»

Μα εσένα Ηλί Ηλί-Θεέ μου…, εσένα ,ασάλευτα εκεί τα όλα σου περιμένουν το σκοτάδι που θα τους φέρει την ανατολή της υπόσχεσης ,της σωτηρίας τους. Πάνω σε ‘κείνο το ατιμωτικό τους, τιμημένο σύμβολο.

Τι και αν κέρδισες εσύ, του πιο μεγάλου ανθρώπινου φόβου ,την μοναδική μάχη . Την θυσία θες να θυμούνται ,να την έχουνε πανοπλία μέσα τους. Πάλι σίδερο…

Κι’ όμως δεν ήταν ,δεν είναι έτσι η ιστορία. Το θαύμα τώρα αρχίζει ,τώρα η γη γεύεται την σωτηρία της. Την αρχή αυτής της σωτηρίας, που γέμισε τον ουρανό από κάτι φτερωτά , λαμπερά πλάσματα. Που τα τραγούδια τους σαν πύρινες ηλιαχτίδες ξέφυγαν του ήλιου μυστικά , σοφά και πήγαν και αποκοιμήθηκαν ,σ’ ένα ασήμαντο μπλε πλανήτη ,σε μια ασήμαντη γωνιά, σε μια Αγία Τράπεζα ξεπλένοντας τα ηλίθια , Ηλί Ηλί-Θεέ μου που είπες . Ναι ,εκεί ,εκεί απάνω στην άγια τράπεζα ,που πετσοκόβουν ,με σίδερο ,το ακέφαλο άφθαρτο σώμα. Τη μικρή μεγαλόπρεπη θεία ψυχή σου, καθημερινά, τάχα ,για να έχουν έως του χρόνου τον ίδιο καιρό, να πίνουνε τον μοναδικό πολτό εκείνοι-εμείς ,που όλα τα μπορούμε, εμείς, εμείς οι Θεοφάγοι!

Τι άποψη λέω λοιπόν στο πιο πάνω κείμενο μου; Κάτι απλό και σύνθετο, όπως αυτό που είπε και ο Jorge Angel Livraga : «Μη πιστεύετε στα θαύματα, κάντε τα!» Αυτό μάλλον είναι και το μεγάλο νόημα της Αναστάσεως του Χριστού , το σύνθημα , το μυστήριο ,το μυστικό της Μεγάλης Εβδομάδας που μας πέρασε. Μα και το μυστικό της ζωής της όποιας ζωής. Εκείνος ήρθε σαν άνθρωπος και έγινε θεός. Γιατί όχι και εσύ ,εγώ, χρησιμοποίησε την θεϊκή ,την ανθρώπινη σου ικανότητα και κάνε αυτόν ,τον πλανήτη , τον άνθρωπο, πιο διαχρονικό, πιο αθάνατο! Αναλώσου κάπου που να αξίζει, για την συνείδηση της ψυχής σου . Και προς Θεού μην είσαι άλλο τόσο ηλίθιος!


Το ξέρω είναι δύσκολο ….απλά πες μου και εσύ τι επιδιώκουμε, ποιος είναι ο στόχος σου, τι λέει η καρδιά σου, …αν λέει πια.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

«Σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι»

Ναι, θα σας πω και άλλη ιστορία από το προσωπικό μου ημερολόγιο. Αν και οι γιορτινές μέρες έχουν περάσει, αυτό το περιστατικό διαδραματίσθηκε λίγες μέρες πριν την είσοδο του 2003. Μια χρονιά ¨ξεχασμένη¨….


Picture from Wikipedia


Τρεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ,τρεις μέρες πριν την πρωτοχρονιά . Ώρα 6:15 περίπου, απόγευμα ,με βρίσκει σε ένα δωμάτιο να σέρνω ένα μικρό τρόλεϊ με δώρα ανεκτίμητης αξίας. Μικρά και πολύχρωμα ,μέσα σε μικρά ποτηράκια. Όχι δεν ήταν σφηνάκια και δεν είχα ρόλο μπάρμαν. Στο βάθος λοιπόν αυτού του δωματίου μια γριούλα κάθεται κοντά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Αφού μοίρασα στους υπόλοιπους εκεί τα φάρμακα τους και πείσθηκα ότι τα τίμησαν, έφτασα και στην κυρία δίπλα από το παράθυρο. Η τελευταία μου παράδωση για την ώρα .

“Καλό καιρό έχει έξω”, μου λεει . “Ναι”, αποκρίθηκα και της έδωσα με χαμόγελο τα φάρμακα της. Εκείνη την ώρα έξω φυσικά σκοτείνιασε ,άσε που θα έκανε και ψοφόκρυο. Πηγαίνω να κάνω μια στροφή στον τροχόπαγκο μου για να φύγω και βλέπω μια μικρή βαλίτσα μισανοιγμένη και μισογεμάτη πάνω στο κρεβάτι της γριούλας . “Γιαγιά, μα ,μας φεύγετε;” ,της λεω. “ Ναι, θα έρθει ο γιος μου να πάμε σπίτι του”, είπε και με κοίταξε με ικανοποίηση .Ευχήθηκα τότε καλό έτος και συνέχισα την δουλεία μου.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα περίπου, κάνοντας την ίδια μοιρασιά και περιοδεία μου ,σταμάτησα στην ίδια εκείνη γωνία. Κάθισα στην άδεια καρέκλα για λίγο και κοίταξα έξω. Τι έβλεπε άραγε; Τι την χαροποιούσε τόσο, ώστε να πίστευε ότι ο καιρός ήταν καλός. Ήταν μια γριά που απλά καθότανε χθες εδώ μες στην σιωπή της .Ποτέ κανένας δικός της ,έκτος από τα γράμματα που της έστελναν και της τα διαβάζαμε εδώ. Είχε βλέπετε δυο γιους. Φρόντισα και το ‘μαθα, αφότου έμαθα και για τον ήσυχο θάνατο της ,τις πρωινές ώρες της ίδιας αυτής μέρας.

Και ενώ συνέχισα να κοιτάζω έξω, ¨τον δικό μου κόσμο¨, εκείνον που κλείνει ανθρώπους της τρίτης ηλικίας σε μέρη σαν και αυτό. Είδα, ψεύτικους, φωτεινούς ,άγιους Βασίληδες να αναρριχώνται πάνω στα σπίτια μας. ανήμποροι να φτάσουνε στην ταράτσα. Ανήμποροι να γλιστρήσουν μέσα από τις καπνοδόχους μας .ανήμποροι να αφήσουν τα ουσιώδη δώρα μας. Άλλοτε ακρωτηριασμένα, δίχως ρίζες ,καθηλωμένα δέντρα, στολισμένα κατάλληλα μέσα απ’ τα παράθυρα μας. Με πολύχρωμες λάμπες που αναβοσβήνουνε σαν άρρωστες ,αμφιταλαντευόμενες…. Ώστε ,σκέφτηκα , αυτός είναι ο καλός καιρός.

Σηκώνομαι και βλέπω την μικρή βαλίτσα κλειστή και καθηλωμένη δίπλα από το ερμάρι. Μετά προχώρησα δυο βήματα και μπήκα ¨στο κόσμο της¨ ξανά, την πολιτεία των νικημένων από το χρόνο, την πόλη των γηραιών, … Λεω μέσα μου ,η ιδέα μου θα είναι ,απλά εμείς οι ανθρώποι δεν προφταίνουμε το χθες να σβήσουμε. Και αυτό ίσως να μένει εκεί παγωμένο να μας στοιχειώνει. Να μας θυμίζει ότι κάνουμε κύκλους .Ότι από εδώ ακριβώς ξανά περάσαμε. Και δεν θα είναι μόνο αυτό……αλλά κάτι , κάτι που γεννιέται, που φθείρεται, που λείπει. Που θα μας λείπει πάντα.

Πέρασε λοιπόν και η πρωτοχρονιά ,οι γιορτές και ένας από τους γηραιους συγκάτοικους της ,μου παραπονέθηκε για την βαλίτσα . Ανάλαβα έτσι την ειδοποίηση των δικών της και την ενημέρωση για την παράδοση των προσωπικών αντικειμένων .Φυσικά ήξερα από πιο πριν ότι την ταφή την ανάλαβε αυτό το μέρος που την φιλοξένησε τελευταίο. Καθώς και παρόλη την επίμονη ενημέρωση που έγινε ,δεν παρουσιάστηκε κανείς από τους συγγενείς της γριούλας ,στην ταφή.

Πήρα λοιπόν την πρωτοβουλία και τηλεφώνησα σε ένα από τους γιους της. Ειρωνεία , να κάνω κάτι παρόμοιο όπως στην τηλεοπτική εκπομπή, ¨έχεις πακέτο¨ . Και όταν μετά από μια ευγενική συλλυπητήρια κουβέντα ρώτησα για τη βαλίτσα σε πια διεύθυνση να την έστελνα. Ο κύριος στο ακουστικό απάντησε ότι θα μπορούσαμε να τα ρίχναμε στα σκουπίδια. Βούβωσα για λίγο σκεπτόμενος, τι κακό μπορεί να έκανε μια μητέρα ώστε στα γεράματα της να μην άξιζε την παρουσία έστω ενός από τα δυο παιδία της; Τόλμησα και μου ξέφυγε μια φράση, “ Καλά δεν ενδιαφερθήκατε ποτέ; ” Και η απάντηση, ήταν αυτή. “Ενώ εσένα που είσαι νοσοκόμος ,σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι”.

Το μόνο που δεν ήξερε όμως ,ήταν ότι ήμουνα εθελοντής. Σίγουρα παρόλο που είχα διαβάσει στη γριούλα ένα γράμματα του γιου της και άκουσα κάποιες κουβέντες της για εκείνον .Θα μπορούσα εύκολα να πω ότι τα λεφτά ,οι περιουσίες ήταν πιο σημαντικά γι’ αυτόν .Κι όμως, δεν ήταν από καθήκον που του τηλεφώνησα, απλά κάνοντας την σκέψη ότι ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά έναν άνθρωπο. Και προπαντός αφού δεν ήξερα κάτω από ποιες συνθήκες βρισκόταν και έπραξε έτσι, εκείνος και η υπόλοιποι της οικογένειας του. Μετά από αυτή την τηλεφωνική επικοινωνία, αρκούμαι στο να πω, πως ότι και να ‘ταν η κατάσταση, μια καλή χειρονομία προς την γριούλα δεν θα έβλαπτε κανένα τους.

Όπως και να έχει το θέμα είναι ότι ,αυτές τις “γιορτινές μέρες ” τουλάχιστον, όσο μπορούμε να αναλογιστούμε και να ενδιαφερθούμε για την οικογένεια μας και ιδίως για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Και προπαντός να μην πληρώνουμε άλλους ανθρώπους για να ενδιαφέρονται για τους δικούς μας. Την υγεία, ναι, ίσως να μπορούμε να την αγοράσουμε εν μέρη από άτομα και αντικείμενα στο είδος της .Αλλά κάποια συναισθήματα που βοηθούνε στην επιβίωση (,ότι και να σημαίνει αυτό) ,όπως η αισιοδοξία , η αγάπη ,η ασφάλεια και η ηρεμία ,δεν μπορούμε. Είναι ανάξιο να νομίσουμε ότι μπορούν να γίνουν εμπορεύματα σε ένα επάγγελμα για να επαναπαυόμαστε αγοράζοντας τα.

Με άλλα λόγια ,όλα έχουν εν παρουσία ημερομηνία λήξης, τέλος. Kαι προπαντός, εμείς οι ανθρώποι ( ,ας μην το ξεχνάμε αυτό). Παρόλα αυτά ,πιστεύω αυτό που έχει σημασία είναι πόσο φροντίσαμε και προσπαθήσαμε ,να κατανοήσουν πόσο τους αγαπήσαμε ,ή όχι. Όχι για να θυμούνται εμάς, αλλά εμείς εκείνους και να καλυτερεύουμε ,να ερχόμαστε πιο κοντά σε αυτό που λένε, «αναγέννηση, επανάσταση» του κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση. Δηλαδή να ακούσουμε τι μας λέει η συνείδηση μας και όχι ο εγωισμός μας. Πόσο αλήθεια τα μπερδεύει ¨η ακοή¨ (,η λογική ,η κοινωνία,….) μας αυτά τα δυο. Ανθρώπινο αυτές τις γιορτινές μέρες, αυτόν τον ωραίο καιρό μας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ,πιο κάτω ,την ευχή της συγκεκριμένης γριούλας ,που αγόρευσε για να γράψει κάποιος συνάδελφος στο Χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο της υπηρεσίας. Όπου έχουμε συνήθειο να γράφουμε με όλους τους φιλοξενούμενους μας μέχρι σήμερα ,την περίοδο των Χριστουγέννων.

«Το δώρο που θα ήθελα είναι να ξαναπάω στα μέρη που γεννήθηκα, αλλά δεν μπορώ πια, γιατί είμαι πολύ γριά. Εύχομαι κανένας να μην περάσει τόσα βάσανα, και τόση πίκρα από τη ζωή. Χαρούμενα Χριστούγεννα και ευτυχισμένο νέο έτος σε όλους.»