Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

" Ζεστά διαμάντια "




Εγκλώβιζε καιρό τώρα το φως του μέσα στα διάφανα παγερά δωμάτια της καρδιάς της .Μα έτσι φτιάχνανε χρώματα μαζί. Όμορφα χρώματα ,οφθαλμαπάτες , που τα κοίταζαν όλοι με χαρά και λατρεία. Κάποιοι άλλοι όμως, σαν από γέρικα μαύρα κρύσταλλα ,φωλιασμένα χρόνια τώρα, μέσα στο σκοτάδι του ορυχείου, του μυαλού τους. Μόλις είδαν το φως, δεν άντεξαν την λαμπρότητα του. Κατάλαβαν ότι δεν θα το άντεχαν , θα χαλούσε τα σχεδία τούς. Μα προπαντός ,ότι ένας συγγενής τους, θα θαυμαζόταν για το παρουσιαστικό του. Έτσι λοιπόν ζήλεψαν τα όμορφα χρώματα και έπεισαν το διαμάντι πως είναι άχρηστο και ασήμαντο κοντά στο φως. Τότε το διαμάντι σκέφτηκε ότι θα ‘ταν καλύτερα να ξεχώριζε από μόνο του. Δίχως να σκεφτεί τον κίνδυνο του, ότι θα κατέληγε μαύρο κρυσταλλώδες πέτρωμα ,σαν και τους προγόνους του.
Και ενώ στο μικρό μυαλουδάκι του διαμαντιού περιστρεφόταν αυτή η άσχημη σκέψη. Ήρθε καιρός που οι άνθρω
ποι γύρω έβλεπαν το φως και όχι το διαμάντι. Ένιωθαν την ζεστασιά του ,την καλοσύνη, την ωφελιμότητα του. Ήθελαν να μοιραστούν το χαμόγελο του ,τον αέρα γύρω του. Μα αυτό δεν άρεσε στο διαμάντι .Και έτσι προσπάθησε να αμαυρώσει με κάθε πανούργο τρόπο την φωτεινότητα του φωτός . Ανεπιτυχώς όμως ,γιατί όσο εκείνο προσπαθούσε , άλλο τόσο το περιφρονούσαν και ελκύονταν όλο και πιο πολύ από το φως. Είπε τότε μια μέρα το διαμάντι: « φύγε από μέσα μου ,φύγε εντελώς από τον παγωμένο μου πυρήνα! Σταμάτα να με ζεσταίνεις! Μην μ’ αγαπάς ,θα σπάσω!».
Εκείνη έριξε το δαχτυλίδι με το διαμάντι στον τσιμέντο, και
το διαμάντι κομματιάστηκε. «Μην φοβάσαι!», του είπε , «το διαμάντι δεν νιώθει ,όπως και η καρδιά μου τόσο καιρό». Καθώς εκείνη έφευγε, το φως διάχυτο έτρεξε να μαζέψει τα λαμπυρίσματα από τα κομμάτια του διαμαντιού και τα έστειλε κατευθείαν στα μάτια του .Για να νιώσει τον πόνο του φωτός ,που δεν έβρισκε πια παγερό δωμάτιο να ζεστάνει ,να του φτιάξει χρώματα ,να χαρεί και εκείνο.
Και έχουνε να λένε από τότε ,ότι από τα ματιά του έπεσαν κάπο
ια άλλα διαμάντια .Ζεστά διαμάντια , που δεν συγκρίνονται, δεν ανταλλάζονται με καμιά ύλη. Είναι πιο πάνω από κάθε αξία. Πιο πολύτιμα από κάθε δώρο, κάθε περιουσία ,από κάθε κληρονομιά.
Μαζεύτηκαν τότε τα ζεστά διαμαντένια κομμάτια ένα ένα ,και ενώθηκαν. Σήκωσε τότε το δαχτυλίδι εκείνος κ
αι κοίταξε τον ουρανό, πιο πέρα και από το σύμπαν. Είδε κάτι όμορφα πλάσματα να του φέρνουν ένα κουτάκι .Το άνοιξε και μέσα βρήκε ένα απλό σ’ αγαπώ .Πηρέ το σ’ αγαπώ και στην θέση του έβαλε το δαχτυλίδι. Πίστεψε σ’ αυτό .Πίστεψε ότι θα άλλαζε με αυτό τα πάντα, θα ζέσταινε την καρδιά τής.
Έτσι θα έπρεπε να γινότανε. Έτσι του ‘παν και τα όμορφα πλάσματα. Ότι η αγάπη όλα τα νικά ,όλα τα φτιάχνει ,όλα τα γλυκαίνει, όλα τα μπορεί, όλα τα αγγίζει. Μα τ
α πάντα δεν άλλαξα πόσο μάλλον, οι φιλοδοξίες της, η ψυχή της.
Εκείνος νιώθοντας αποτυχημένος πάλι ,συνέχισε τα λαμπυρήσματα της ψυχής του. Ώσπου έγινε ένα με το φως .Σαν φως που δεν το εγκλωβίζου τα διαμάντια , ούτε των α
νθρώπων τα αμμογυάλινα παλάτια. Παρά μόνο ταξιδεύει , μέσα στα έτη του .Κι άμα βρει κανένα αληθινό δάκρυ, το χαϊδεύει και το φιλά στο στόμα. Του λέει , «μην σε νοιάζει ,μια μέρα θα σου βρω την αγάπη που σου αξίζει. Γιατί μόνο εκείνη έχει αξία ,τίποτε άλλο .Και να θυμάσαι, ότι όσοι περιφρονούν την αληθινή αγάπη, τους αξίζει το σκοτάδι. Στο λέω εγώ, η αγάπη, το φως του κόσμου. Η τουλάχιστον ένα φως που έχει κάποια θέση και αυτό ,στον κόσμο, σε μια καρδιά σαν την δικιά σου. Και αν πάλι δεν θες άλλη αγάπη ,μείνε μόνο φως, μαζί μου».


"For my digital art I used these marvelous pictures: 1, 2, 3 .

My thanks ,Constantin7geo - Sideras"


Όταν έγραψα το πιο πάνω κείμενο μου είχα υπόψη μου μια ιστορία ενός καλού φίλου προδομένου από την αγάπη .Από μια αγάπη που τυφλώθηκε από κάτι που απλά γυάλιζε .

Σας μεταφέρω λοιπόν από το πρωσικό μου ημερολόγιο ,τα λόγια του . « Μερικές φορές κοιτάς πίσω ,καταλαβαίνεις ,λες ,¨καλά όλα τ’ άλλα¨ .Αλλά αυτό που σε πειράζει περισσότερο είναι ο τρόπος ενός χωρισμού. Λες δεν το άξιζες αλήθεια και είναι άδικο. Αντιλαμβάνεσαι με τέτοια δυσκολία ,λες και χάνεις την ανάσα σου, ότι αυτός ο άνθρωπος δεν άξιζε την αγάπη σου ,δεν αξίζει κανενός την αγάπη .Γιατί ότι έκανε θα το ξανά κάνει και θα το ξανά κάνει…».

Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι να έζησα ποτέ τέτοιου είδους απογοήτευση. Όπως και να έχει θυμήθηκα πρόσφατα αυτό το κείμενο μου ,μια απ’ αυτές τις νύχτες που κάθομαι στην βεράντα του νερόμυλου με φίλους και μέσα στις συζητήσεις μας αναφέρθηκε μια παρόμοια ιστορία ζεστών διαμαντιών.

Εντούτοις ,είμαι σχεδόν σίγουρος , ότι πολλοί απο εσάς ,θα είδατε, θα ακούσατε ,ή δυστυχώς θα γευτήκατε αυτό τον πόνο . Ίσως γιατί, είναι ένα από τα συχνά συμβάντα της εποχής μας.

Παρόλα αυτά, προσωπικά έμαθα να κοιτάζω μέσα στα μάτια τον ανθρώπων και να ανακαλύπτω ένα μικρό μέρος της ψυχής τους .Να κατανοώ ότι ένα λαμπύρισμα ψυχής έχει λόγο που γίνεται.

Όπως και να έχει, πιστεύω ότι μια ευχή ορισμένες φορές πραγματοποιείτε μόνο αφότου περάσει μια επώδυνη δοκιμασία. Κάποιες άλλες απλά πραγματοποιείτε .Και κάποιες άλλες φορές χάνεται μέσα στον πόνο.