Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

«Σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι»

Ναι, θα σας πω και άλλη ιστορία από το προσωπικό μου ημερολόγιο. Αν και οι γιορτινές μέρες έχουν περάσει, αυτό το περιστατικό διαδραματίσθηκε λίγες μέρες πριν την είσοδο του 2003. Μια χρονιά ¨ξεχασμένη¨….


Picture from Wikipedia


Τρεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ,τρεις μέρες πριν την πρωτοχρονιά . Ώρα 6:15 περίπου, απόγευμα ,με βρίσκει σε ένα δωμάτιο να σέρνω ένα μικρό τρόλεϊ με δώρα ανεκτίμητης αξίας. Μικρά και πολύχρωμα ,μέσα σε μικρά ποτηράκια. Όχι δεν ήταν σφηνάκια και δεν είχα ρόλο μπάρμαν. Στο βάθος λοιπόν αυτού του δωματίου μια γριούλα κάθεται κοντά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Αφού μοίρασα στους υπόλοιπους εκεί τα φάρμακα τους και πείσθηκα ότι τα τίμησαν, έφτασα και στην κυρία δίπλα από το παράθυρο. Η τελευταία μου παράδωση για την ώρα .

“Καλό καιρό έχει έξω”, μου λεει . “Ναι”, αποκρίθηκα και της έδωσα με χαμόγελο τα φάρμακα της. Εκείνη την ώρα έξω φυσικά σκοτείνιασε ,άσε που θα έκανε και ψοφόκρυο. Πηγαίνω να κάνω μια στροφή στον τροχόπαγκο μου για να φύγω και βλέπω μια μικρή βαλίτσα μισανοιγμένη και μισογεμάτη πάνω στο κρεβάτι της γριούλας . “Γιαγιά, μα ,μας φεύγετε;” ,της λεω. “ Ναι, θα έρθει ο γιος μου να πάμε σπίτι του”, είπε και με κοίταξε με ικανοποίηση .Ευχήθηκα τότε καλό έτος και συνέχισα την δουλεία μου.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα περίπου, κάνοντας την ίδια μοιρασιά και περιοδεία μου ,σταμάτησα στην ίδια εκείνη γωνία. Κάθισα στην άδεια καρέκλα για λίγο και κοίταξα έξω. Τι έβλεπε άραγε; Τι την χαροποιούσε τόσο, ώστε να πίστευε ότι ο καιρός ήταν καλός. Ήταν μια γριά που απλά καθότανε χθες εδώ μες στην σιωπή της .Ποτέ κανένας δικός της ,έκτος από τα γράμματα που της έστελναν και της τα διαβάζαμε εδώ. Είχε βλέπετε δυο γιους. Φρόντισα και το ‘μαθα, αφότου έμαθα και για τον ήσυχο θάνατο της ,τις πρωινές ώρες της ίδιας αυτής μέρας.

Και ενώ συνέχισα να κοιτάζω έξω, ¨τον δικό μου κόσμο¨, εκείνον που κλείνει ανθρώπους της τρίτης ηλικίας σε μέρη σαν και αυτό. Είδα, ψεύτικους, φωτεινούς ,άγιους Βασίληδες να αναρριχώνται πάνω στα σπίτια μας. ανήμποροι να φτάσουνε στην ταράτσα. Ανήμποροι να γλιστρήσουν μέσα από τις καπνοδόχους μας .ανήμποροι να αφήσουν τα ουσιώδη δώρα μας. Άλλοτε ακρωτηριασμένα, δίχως ρίζες ,καθηλωμένα δέντρα, στολισμένα κατάλληλα μέσα απ’ τα παράθυρα μας. Με πολύχρωμες λάμπες που αναβοσβήνουνε σαν άρρωστες ,αμφιταλαντευόμενες…. Ώστε ,σκέφτηκα , αυτός είναι ο καλός καιρός.

Σηκώνομαι και βλέπω την μικρή βαλίτσα κλειστή και καθηλωμένη δίπλα από το ερμάρι. Μετά προχώρησα δυο βήματα και μπήκα ¨στο κόσμο της¨ ξανά, την πολιτεία των νικημένων από το χρόνο, την πόλη των γηραιών, … Λεω μέσα μου ,η ιδέα μου θα είναι ,απλά εμείς οι ανθρώποι δεν προφταίνουμε το χθες να σβήσουμε. Και αυτό ίσως να μένει εκεί παγωμένο να μας στοιχειώνει. Να μας θυμίζει ότι κάνουμε κύκλους .Ότι από εδώ ακριβώς ξανά περάσαμε. Και δεν θα είναι μόνο αυτό……αλλά κάτι , κάτι που γεννιέται, που φθείρεται, που λείπει. Που θα μας λείπει πάντα.

Πέρασε λοιπόν και η πρωτοχρονιά ,οι γιορτές και ένας από τους γηραιους συγκάτοικους της ,μου παραπονέθηκε για την βαλίτσα . Ανάλαβα έτσι την ειδοποίηση των δικών της και την ενημέρωση για την παράδοση των προσωπικών αντικειμένων .Φυσικά ήξερα από πιο πριν ότι την ταφή την ανάλαβε αυτό το μέρος που την φιλοξένησε τελευταίο. Καθώς και παρόλη την επίμονη ενημέρωση που έγινε ,δεν παρουσιάστηκε κανείς από τους συγγενείς της γριούλας ,στην ταφή.

Πήρα λοιπόν την πρωτοβουλία και τηλεφώνησα σε ένα από τους γιους της. Ειρωνεία , να κάνω κάτι παρόμοιο όπως στην τηλεοπτική εκπομπή, ¨έχεις πακέτο¨ . Και όταν μετά από μια ευγενική συλλυπητήρια κουβέντα ρώτησα για τη βαλίτσα σε πια διεύθυνση να την έστελνα. Ο κύριος στο ακουστικό απάντησε ότι θα μπορούσαμε να τα ρίχναμε στα σκουπίδια. Βούβωσα για λίγο σκεπτόμενος, τι κακό μπορεί να έκανε μια μητέρα ώστε στα γεράματα της να μην άξιζε την παρουσία έστω ενός από τα δυο παιδία της; Τόλμησα και μου ξέφυγε μια φράση, “ Καλά δεν ενδιαφερθήκατε ποτέ; ” Και η απάντηση, ήταν αυτή. “Ενώ εσένα που είσαι νοσοκόμος ,σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι”.

Το μόνο που δεν ήξερε όμως ,ήταν ότι ήμουνα εθελοντής. Σίγουρα παρόλο που είχα διαβάσει στη γριούλα ένα γράμματα του γιου της και άκουσα κάποιες κουβέντες της για εκείνον .Θα μπορούσα εύκολα να πω ότι τα λεφτά ,οι περιουσίες ήταν πιο σημαντικά γι’ αυτόν .Κι όμως, δεν ήταν από καθήκον που του τηλεφώνησα, απλά κάνοντας την σκέψη ότι ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά έναν άνθρωπο. Και προπαντός αφού δεν ήξερα κάτω από ποιες συνθήκες βρισκόταν και έπραξε έτσι, εκείνος και η υπόλοιποι της οικογένειας του. Μετά από αυτή την τηλεφωνική επικοινωνία, αρκούμαι στο να πω, πως ότι και να ‘ταν η κατάσταση, μια καλή χειρονομία προς την γριούλα δεν θα έβλαπτε κανένα τους.

Όπως και να έχει το θέμα είναι ότι ,αυτές τις “γιορτινές μέρες ” τουλάχιστον, όσο μπορούμε να αναλογιστούμε και να ενδιαφερθούμε για την οικογένεια μας και ιδίως για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Και προπαντός να μην πληρώνουμε άλλους ανθρώπους για να ενδιαφέρονται για τους δικούς μας. Την υγεία, ναι, ίσως να μπορούμε να την αγοράσουμε εν μέρη από άτομα και αντικείμενα στο είδος της .Αλλά κάποια συναισθήματα που βοηθούνε στην επιβίωση (,ότι και να σημαίνει αυτό) ,όπως η αισιοδοξία , η αγάπη ,η ασφάλεια και η ηρεμία ,δεν μπορούμε. Είναι ανάξιο να νομίσουμε ότι μπορούν να γίνουν εμπορεύματα σε ένα επάγγελμα για να επαναπαυόμαστε αγοράζοντας τα.

Με άλλα λόγια ,όλα έχουν εν παρουσία ημερομηνία λήξης, τέλος. Kαι προπαντός, εμείς οι ανθρώποι ( ,ας μην το ξεχνάμε αυτό). Παρόλα αυτά ,πιστεύω αυτό που έχει σημασία είναι πόσο φροντίσαμε και προσπαθήσαμε ,να κατανοήσουν πόσο τους αγαπήσαμε ,ή όχι. Όχι για να θυμούνται εμάς, αλλά εμείς εκείνους και να καλυτερεύουμε ,να ερχόμαστε πιο κοντά σε αυτό που λένε, «αναγέννηση, επανάσταση» του κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση. Δηλαδή να ακούσουμε τι μας λέει η συνείδηση μας και όχι ο εγωισμός μας. Πόσο αλήθεια τα μπερδεύει ¨η ακοή¨ (,η λογική ,η κοινωνία,….) μας αυτά τα δυο. Ανθρώπινο αυτές τις γιορτινές μέρες, αυτόν τον ωραίο καιρό μας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ,πιο κάτω ,την ευχή της συγκεκριμένης γριούλας ,που αγόρευσε για να γράψει κάποιος συνάδελφος στο Χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο της υπηρεσίας. Όπου έχουμε συνήθειο να γράφουμε με όλους τους φιλοξενούμενους μας μέχρι σήμερα ,την περίοδο των Χριστουγέννων.

«Το δώρο που θα ήθελα είναι να ξαναπάω στα μέρη που γεννήθηκα, αλλά δεν μπορώ πια, γιατί είμαι πολύ γριά. Εύχομαι κανένας να μην περάσει τόσα βάσανα, και τόση πίκρα από τη ζωή. Χαρούμενα Χριστούγεννα και ευτυχισμένο νέο έτος σε όλους.»