Σάββατο, 13 Ιούνιος 2009

" Ζεστά διαμάντια "




Εγκλώβιζε καιρό τώρα το φως του μέσα στα διάφανα παγερά δωμάτια της καρδιάς της .Μα έτσι φτιάχνανε χρώματα μαζί. Όμορφα χρώματα ,οφθαλμαπάτες , που τα κοίταζαν όλοι με χαρά και λατρεία. Κάποιοι άλλοι όμως, σαν από γέρικα μαύρα κρύσταλλα ,φωλιασμένα χρόνια τώρα, μέσα στο σκοτάδι του ορυχείου, του μυαλού τους. Μόλις είδαν το φως, δεν άντεξαν την λαμπρότητα του. Κατάλαβαν ότι δεν θα το άντεχαν , θα χαλούσε τα σχεδία τούς. Μα προπαντός ,ότι ένας συγγενής τους, θα θαυμαζόταν για το παρουσιαστικό του. Έτσι λοιπόν ζήλεψαν τα όμορφα χρώματα και έπεισαν το διαμάντι πως είναι άχρηστο και ασήμαντο κοντά στο φως. Τότε το διαμάντι σκέφτηκε ότι θα ‘ταν καλύτερα να ξεχώριζε από μόνο του. Δίχως να σκεφτεί τον κίνδυνο του, ότι θα κατέληγε μαύρο κρυσταλλώδες πέτρωμα ,σαν και τους προγόνους του.
Και ενώ στο μικρό μυαλουδάκι του διαμαντιού περιστρεφόταν αυτή η άσχημη σκέψη. Ήρθε καιρός που οι άνθρω
ποι γύρω έβλεπαν το φως και όχι το διαμάντι. Ένιωθαν την ζεστασιά του ,την καλοσύνη, την ωφελιμότητα του. Ήθελαν να μοιραστούν το χαμόγελο του ,τον αέρα γύρω του. Μα αυτό δεν άρεσε στο διαμάντι .Και έτσι προσπάθησε να αμαυρώσει με κάθε πανούργο τρόπο την φωτεινότητα του φωτός . Ανεπιτυχώς όμως ,γιατί όσο εκείνο προσπαθούσε , άλλο τόσο το περιφρονούσαν και ελκύονταν όλο και πιο πολύ από το φως. Είπε τότε μια μέρα το διαμάντι: « φύγε από μέσα μου ,φύγε εντελώς από τον παγωμένο μου πυρήνα! Σταμάτα να με ζεσταίνεις! Μην μ’ αγαπάς ,θα σπάσω!».
Εκείνη έριξε το δαχτυλίδι με το διαμάντι στον τσιμέντο, και
το διαμάντι κομματιάστηκε. «Μην φοβάσαι!», του είπε , «το διαμάντι δεν νιώθει ,όπως και η καρδιά μου τόσο καιρό». Καθώς εκείνη έφευγε, το φως διάχυτο έτρεξε να μαζέψει τα λαμπυρίσματα από τα κομμάτια του διαμαντιού και τα έστειλε κατευθείαν στα μάτια του .Για να νιώσει τον πόνο του φωτός ,που δεν έβρισκε πια παγερό δωμάτιο να ζεστάνει ,να του φτιάξει χρώματα ,να χαρεί και εκείνο.
Και έχουνε να λένε από τότε ,ότι από τα ματιά του έπεσαν κάπο
ια άλλα διαμάντια .Ζεστά διαμάντια , που δεν συγκρίνονται, δεν ανταλλάζονται με καμιά ύλη. Είναι πιο πάνω από κάθε αξία. Πιο πολύτιμα από κάθε δώρο, κάθε περιουσία ,από κάθε κληρονομιά.
Μαζεύτηκαν τότε τα ζεστά διαμαντένια κομμάτια ένα ένα ,και ενώθηκαν. Σήκωσε τότε το δαχτυλίδι εκείνος κ
αι κοίταξε τον ουρανό, πιο πέρα και από το σύμπαν. Είδε κάτι όμορφα πλάσματα να του φέρνουν ένα κουτάκι .Το άνοιξε και μέσα βρήκε ένα απλό σ’ αγαπώ .Πηρέ το σ’ αγαπώ και στην θέση του έβαλε το δαχτυλίδι. Πίστεψε σ’ αυτό .Πίστεψε ότι θα άλλαζε με αυτό τα πάντα, θα ζέσταινε την καρδιά τής.
Έτσι θα έπρεπε να γινότανε. Έτσι του ‘παν και τα όμορφα πλάσματα. Ότι η αγάπη όλα τα νικά ,όλα τα φτιάχνει ,όλα τα γλυκαίνει, όλα τα μπορεί, όλα τα αγγίζει. Μα τ
α πάντα δεν άλλαξα πόσο μάλλον, οι φιλοδοξίες της, η ψυχή της.
Εκείνος νιώθοντας αποτυχημένος πάλι ,συνέχισε τα λαμπυρήσματα της ψυχής του. Ώσπου έγινε ένα με το φως .Σαν φως που δεν το εγκλωβίζου τα διαμάντια , ούτε των α
νθρώπων τα αμμογυάλινα παλάτια. Παρά μόνο ταξιδεύει , μέσα στα έτη του .Κι άμα βρει κανένα αληθινό δάκρυ, το χαϊδεύει και το φιλά στο στόμα. Του λέει , «μην σε νοιάζει ,μια μέρα θα σου βρω την αγάπη που σου αξίζει. Γιατί μόνο εκείνη έχει αξία ,τίποτε άλλο .Και να θυμάσαι, ότι όσοι περιφρονούν την αληθινή αγάπη, τους αξίζει το σκοτάδι. Στο λέω εγώ, η αγάπη, το φως του κόσμου. Η τουλάχιστον ένα φως που έχει κάποια θέση και αυτό ,στον κόσμο, σε μια καρδιά σαν την δικιά σου. Και αν πάλι δεν θες άλλη αγάπη ,μείνε μόνο φως, μαζί μου».


"For my digital art I used these marvelous pictures: 1, 2, 3 .

My thanks ,Constantin7geo - Sideras"


Όταν έγραψα το πιο πάνω κείμενο μου είχα υπόψη μου μια ιστορία ενός καλού φίλου προδομένου από την αγάπη .Από μια αγάπη που τυφλώθηκε από κάτι που απλά γυάλιζε .

Σας μεταφέρω λοιπόν από το πρωσικό μου ημερολόγιο ,τα λόγια του . « Μερικές φορές κοιτάς πίσω ,καταλαβαίνεις ,λες ,¨καλά όλα τ’ άλλα¨ .Αλλά αυτό που σε πειράζει περισσότερο είναι ο τρόπος ενός χωρισμού. Λες δεν το άξιζες αλήθεια και είναι άδικο. Αντιλαμβάνεσαι με τέτοια δυσκολία ,λες και χάνεις την ανάσα σου, ότι αυτός ο άνθρωπος δεν άξιζε την αγάπη σου ,δεν αξίζει κανενός την αγάπη .Γιατί ότι έκανε θα το ξανά κάνει και θα το ξανά κάνει…».

Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι να έζησα ποτέ τέτοιου είδους απογοήτευση. Όπως και να έχει θυμήθηκα πρόσφατα αυτό το κείμενο μου ,μια απ’ αυτές τις νύχτες που κάθομαι στην βεράντα του νερόμυλου με φίλους και μέσα στις συζητήσεις μας αναφέρθηκε μια παρόμοια ιστορία ζεστών διαμαντιών.

Εντούτοις ,είμαι σχεδόν σίγουρος , ότι πολλοί απο εσάς ,θα είδατε, θα ακούσατε ,ή δυστυχώς θα γευτήκατε αυτό τον πόνο . Ίσως γιατί, είναι ένα από τα συχνά συμβάντα της εποχής μας.

Παρόλα αυτά, προσωπικά έμαθα να κοιτάζω μέσα στα μάτια τον ανθρώπων και να ανακαλύπτω ένα μικρό μέρος της ψυχής τους .Να κατανοώ ότι ένα λαμπύρισμα ψυχής έχει λόγο που γίνεται.

Όπως και να έχει, πιστεύω ότι μια ευχή ορισμένες φορές πραγματοποιείτε μόνο αφότου περάσει μια επώδυνη δοκιμασία. Κάποιες άλλες απλά πραγματοποιείτε .Και κάποιες άλλες φορές χάνεται μέσα στον πόνο.

Δευτέρα, 11 Μάϊος 2009

Ανήκω και εγώ στην κατηγορία των αντικειμενικών ,είτε το θες ,είτε όχι!

Picture from here

Ξύπνησα και σήμερα ,με ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Εκείνο το συναίσθημα που πάντα νιώθω και εισπράττω …. ,την απογοήτευση τους. Με κοιτάνε με ‘κείνα τα ολοκάθαρα ,γυαλιστερά υγρά τους μάτια. Και όσες φορές και αν έψαχνα μετά από, μια μάχη, μια σύγκρουση, κάτι να πω ,πάντα έβρισκα την συγνώμη .Άλλοτε πάλι έκανα μια βουτιά σε ένα βυθό φτιαγμένο από αλμυρό νερό και σκέψεις. Το χάρισμα μου ήταν να φέρνω την διαφορά .Μα για εκείνη την διαφορά ,με έκλειναν μέσα σε ένα κελί….Αφού πρώτα βγήκα σε ένα βάθρο και είπα κάτι που άκουσα:
«Πάρε έναν άνθρωπο και βάλε τον μέσα σε ένα δωμάτιο ,βγάλε όλα του τα ρούχα, όλες του τις μάσκες ,τις ευαισθησίες ,την λογική, την τρέλα, τα αισθήματα ,τα ελαττώματα του…..Άφησε τον γυμνό από τα πάντα. Μετά πες μου σε τι διαφέρει από εσένα….» . Υστέρα ήπια όλο το νερό που είχανε στο αναλόγιο του βάθρου και αποχώρισα με σκυμμένο το κεφάλι , διαπιστώνοντας ότι κανείς δεν χειροκρότησε το λόγο μου. Εκείνο τον μονό λόγο ύπαρξης μου.
Πόσες φορές μες το κελί μου κρυβόμουνα από αυτή την δεσμοφύλακα ,την Τιμωρία. Αλήθεια την έτρεμα ,όταν άκουγα τα βήματα της στα δικαστήρια τους. Μα είχα και κάποιους που με νοιαζόντουσαν, με υποστήριζαν. Δεν θα ξεχάσω πόσες φορές αυτός ο δικηγόρος ,ο κύριος Χρόνος, με υπερασπίστηκε με υπομονή και κατάφερνε την λήξη των παθών μου. Μα αυτή που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου είναι την δεσποινίδα Αρχή, εκείνη την γλυκιά κοπέλα που σταδιακά ερχότανε και μου έδινε θάρρος. Με κοίταζε με τα σοκολατένια μάτια της όλο κατανόηση και με τα ζαχαρένια της χέρια με αγκάλιαζε. Οι περισσότεροι φυλακισμένοι μου είπανε ότι ήταν μια τρελή που το χόμπι της ήταν να επισκέπτεται τους κατάδικους και να τους καρφώνει στο μυαλό υποσχέσεις .Δεν με ένοιαζε όμως εμένα ,με συνεπαίρνε η πρόσκληση που μου ψιθύριζε στο αυτί . Εκείνη η πρόσκληση που έμοιαζε πρόκληση για το αύριο. Σαν ένα θεραπευτικό ρόφημα γεμάτο από όνειρα. Τα έκανε Θεέ μου όλα να φαίνονται μπροστά σε εκείνη την δεδομένη στιγμή αδύναμα πρόσκαιρα.
Και να που μια δεύτερη δανική ευκαιρία ,να αποδείξω ότι με κατανοώ, μπορεί να αποβεί μοιραία . Παρόλο που είμαι και θα είμαι ένα άβουλο πλάσμα. Ότι μου πούνε κάνω και ότι μου πούνε ψηφίζω. Έχω άχρωμο υφασμάτινο πρόσωπο για αυτό και όλοι μπορούν απάνω του να ζωγραφίσουν ότι θέλουν .Και ας λένε…. ότι είμαι ανθρώπινο και με συχωρούνε ,εγώ ξερώ…. αν το εισπράττω αυτό ,εγώ ξέρω αν επαναλαμβάνομαι.
Φυσικά κάποιες φορές είμαι και άπιαστο. Συμβαίνω δευτερόλεπτα και φέρνω μάρτυρες σπουδασμένους ηθοποιούς, να με υποστηρίξουν. Δεν κλείνομαι σε κελί , δεν γνωρίζω την δεσποινίδα Αρχή και δεν χρειάζομαι τον κύριο Χρόνο. Και αν κάποτε μέσα μου νιώσω ενοχές, ή αν αυτό το αληθινό που λένε οι ελάχιστοι άλλοι, δεν μου κάνει και θέλω να καλυφτώ. Βγαίνω απάνω στο βήμα και δεν λέω τίποτα, απλά ρίχνω με ένα προβολέα δυνατό φως σε κάποιον άλλον, που έχει το ίδιο όνομα με εμένα, «Λάθος»!

Picture from here


Το ¨Λάθος¨ στο πιο πάνω μου κείμενο μπορεί να ακούγεται σαν ένα μικρό καταδικασμένο παιδάκι ,αλλά και σε ένα αδέξιο τέρας .Μα το πιο σίγουρο είναι πιστεύω ότι από την στιγμή που κάτι αποκαλείτε λάθος θα έχει και την ανάλογη συχώρεση .Ακόμα και αν είναι σοβαρό για τους γραμμένους και άγραφους νομούς γενικά , ή την δικιά μας οπτική πλευρά. Το αν μαθαίνουμε από τα λάθη μας αυτό με κάνει να γίνομαι σαρκαστικός διαβάζοντας την ιστορία γενικά . Και αν θέλετε πιστεύω ,παρατηρείτε και στην προσωπική ιστορία του καθένα από μας ξεχωριστά. Το μονό που αλλάζει είναι οι ευθύνες μας μεγαλώνοντας .Γι΄ αυτό και τα λάθη μας, η τα λάθη των συνανθρώπων μας περνούν ανάλογη βαρύτητα , πάντοτε όπως τα αντιλαμβανόμαστε εμείς φυσικά.
Πότε πρέπει να ορίζουμε κάποια πράξη ,η κάτι λανθασμένο; Ποτέ μπορεί ένα λάθος να συγχώρεθει και ποτέ όχι ; Ποιες είναι οι απόψεις σας περί του θέματος; Εσείς τι λάθη δε συχωράτε( ελπίζω να εξαιρούνται τα ορθογραφικά : ) ) ;

Σάββατο, 25 Απρίλιος 2009

Ηλί Ηλί-Θεέ μου


[Αγαπημένα μου νεραιδοπλάσματα ,ο σιδεράς σας ταξίδεψε πάλι,γι’ αυτό και εξαφανίστηκε από τα μαγικά σας παράθυρα . Έφτασε ακόμα μια φορά κάπου που υπάρχει ανθρώπινος πόνος ,μα αυτά θα τα πούμε αργότερα . Έχω ακόμα κάποια τρεχάματα και διευθετήσεις ώσπου να ξανά επανέλθω .Το πιο κάτω κείμενο το έγραψα πιο παλιά με τίτλο «Θεοφάγοι», επηρεασμένος από την γιορτή του Πάσχα ,μα με την καινούργια εναλλαγή ,μου φαίνεται, του πάει καλύτερα αυτός ο τίτλος.]


Είναι φορές που καλπάζει η φωνή σου μες την καρδιά ,σαν άλογο δυνατό, μεταξένιο , και σου λέει , «Βρες το άγιο ποτάμι, το άλλο άγιο δώρο. Κι αν είσαι αρκετά δυνατός καθάρισε τις ψυχές τους και για αντάλλαγμα θα πάρεις πίσω την δικιά σου. Και ‘γω …,εγώ , στο υπόσχομαι, θα σε κάνω δέντρο μες τον κήπο μου ,δέντρο αθάνατο , δέντρο της γνώσης, δέντρο όπως πρώτα… »

Βρίσκεις το ποτάμι, κανείς ότι σου λέει η καρδιά σου εκείνο το άθλιο ,το αληθινό , το ιδιαίτερο ,το μοναδικό φως ,της ηλίθιας ,της ηλίθιας, της ηλίθιας ,της αγάπης! Στέλνεις χείμαρρους μες ‘τις φαρισαίες , βρομερές συνειδήσεις .Mα αυτές δεν καθαρίζουν , σου βάζουνε φράγματα ,λογοκρισίες, ψευτιές…. Άνισος αγώνας ,στην δικιά σου αρένα, την ολόδικια σου αρένα ! Γιατί; Γιατί είσαι τόσο ηλίθιος!Γι’ αυτό ! Γι’ αυτό πάντα θα υπάρχει εκείνη η ηλιθία καλοσύνη σου , η αρένα σου!

Σε νίκησαν αν το έχεις καταλάβει. Μήπως το έχεις καταλάβει ποτέ σου; Ηλί Ηλί-Θεέ μου νικιέσαι! Νικιέσαι ,παίρνεις το κεφάλι σου , που σου ΄χουν κόψει και το τοποθετείς, σαν να απαλλάσσεσαι από αυτό το τρόπαιο ,αυτή την τιμητική στολή που σου έδωσε εκείνη ,εκείνη η μάνα γη. Η γη, το χώμα ,δίχως τον ουρανό ,δίχως Εκείνον . Πάνω σ’ εκείνον τον ασημένιο δίσκο. Ξέρεις… ,εκείνον που αντανακλά ,το σπαραγμένο φως. Εκείνον τον μαγικό καθρέφτη , που στα μάτια αντανακλά ,ο ηδονικός χορός του σαλώμικου χρώματος , η όμορφη λαγνεία της ηρωδικής ύλης. Εκείνον!

Τώρα όμως , Ηλί Ηλί-Θεέ μου που σωπάσανε τα μάτια σου… ,είναι η καρδιά σου μόνο... Μόνο εκείνη χτυπά ρυθμικά στον κρότο των ατσάλινων καρφιών. Τα ξέρεις εσύ αυτά τα ατσάλινα, τα έφτιαξες , τα έδωσες και πληρώθηκες καλά γι’ αυτά . Να ‘ναι γερά, να κρατάνε ,να μην σκουριάσουν, να κάνουν σωστά την δουλειά τους. Όπως και εσύ! Ηλίθιε, Ηλίθιε, Ηλίθιε, για να σε δω ,που σου τρυπάνε τα δικά σου ποδιά ,τα δικά σου χέρια. Για να σε δω τώρα! Σταμάτα να μου βρίσκεις δικαιολογίες είσαι ηλίθιος που πιστεύεις ,πιστεύεις σε κάτι ηλίθιο .Και πάψε να μου λες συνέχεια ότι φτιάχνεις όπλα για ανθρώπους. Γιατί εγώ σε ξέρω, άλλη είναι η ικανότητα σου ,εσύ είσαι φύλακας, θεραπευτής της γης.

Μην στεναχωριέσαι όμως ,πάλι τα κατάφερες ,τους εξαπάτησε η κουφή κόψη, μιας σκουριασμένης ξιφολόγχης, πάλι μέταλλο . Που άνοιξε ,μια Παναγία, πανάγια πληγή, που δεν σταμάτησε ποτέ για ‘σένα στα αιώνια ασημοστόλιστα εικονίσματα να κλαίει, να θεραπεύει… ,άλλες πληγές. Πληγές σαν την δικιά σου

Για άκουσε , Ηλί Ηλί-Θεέ μου ,μήπως είναι τα υπερήφανα ρωμαία ζάρια που μέχρι σήμερα γλιστράνε εκκωφαντικά ,αργά, στις δύσβατες χαραμάδες του μυαλού σου; Τρόπαιο ,η θεϊκή πορφύρα ,η αθανασία, που την πρωτοάγγιξαν δυο δουλικά ελληνικά χεριά. Και το φύλαξαν ,σκλαβωμένα, ταπεινωτικά, όπως ,την σημαντική ιστορική τους , ανεπανάληπτη, αξία .

Ώσπου έρχεται εκείνη η μέρα που γίνεσαι ο ακέφαλος καβαλάρης. Αρπάζεις, ελευθερώνεις, τον μανδύα και τον ρίχνεις πάνω σ’ ένα ανάξιο ,γολγοθένιο βουνό .Για να το κανείς όμορφη πεδιάδα με πορφυρές παπαρούνες .Κατεβαίνεις τότε και αμολάς ελεύθερο το δυνατό άλογο, μες την ίδια κόκκινη πεδιάδα. Στέκεσαι στην μέση της και νιώθεις να σε λυπούν οι τόσες μάχες , το τόσο αίμα, ο τόσος πόνος που μαζεύτηκε. Τόσος, τόσος …,σαν δηλητιριόδη φίδια που μαζεύτηκαν και λάβωσαν ,το άγριο, το άγιο, πνεύμα σου ,το ά-λογο σου .Και εκείνα τα άλλα …τα τόσα , τα τόσα δόντια τους ,που γαντζώθηκαν πάνω στα γυμνά σου πόδια;

Κοιτάς και το μεδουσένιο κεφάλι σου, στον ασημένιο δίσκο. Και δεν αναρωτιέσαι πια. Υψώνεις τα χέρια και ο άνεμος μαδάει όλες τις κόκκινες παπαρούνες ,στέλνοντας τα πέταλα τους στον ουρανό. Στον ουρανό ,για να σου φτιάξουν ένα κατακόκκινο ήλιο. Σταυρώνεις μετά τα χέρια , προς-εύχεσαι, συχωράς τον ήλιο. Εκείνος γίνεται κυανόασπρος, λαμπερός και κάνει στάχτη τα φίδια. Το κεφάλι ανοίγει τα ουράνια μάτια του και κοιτάζει το αποκεφαλισμένο του σώμα πατρικά.

Το άλογο αποκτά δυο θεόρατες κάτασπρες φτερούγες. Μα και ανθρώπινη λαλιά που σου λέει: «Τι γυρεύεις Ηλί Ηλί-Θεέ μου μέσα στους νεκρούς ,αυτά τα αρώματα δεν θα απλωθούν πότε στο κορμί σου. Γιατί πια δεν σ’ ανήκει! Ποτέ δεν σου άνηκε ! Ανήκει, άνηκε πάντα σε ‘κείνους ,εκείνους εκεί ,τους αλυσοδεμένους στην γη .Εκείνους που αναζητούν, που βλέπουν ψηλά, που θέλουν να πετάξουν , εκείνους τους μόνους , τους μοναχούς μονομάχους , εκείνους τους Θεοφάγους!»

Μα εσένα Ηλί Ηλί-Θεέ μου…, εσένα ,ασάλευτα εκεί τα όλα σου περιμένουν το σκοτάδι που θα τους φέρει την ανατολή της υπόσχεσης ,της σωτηρίας τους. Πάνω σε ‘κείνο το ατιμωτικό τους, τιμημένο σύμβολο.

Τι και αν κέρδισες εσύ, του πιο μεγάλου ανθρώπινου φόβου ,την μοναδική μάχη . Την θυσία θες να θυμούνται ,να την έχουνε πανοπλία μέσα τους. Πάλι σίδερο…

Κι’ όμως δεν ήταν ,δεν είναι έτσι η ιστορία. Το θαύμα τώρα αρχίζει ,τώρα η γη γεύεται την σωτηρία της. Την αρχή αυτής της σωτηρίας, που γέμισε τον ουρανό από κάτι φτερωτά , λαμπερά πλάσματα. Που τα τραγούδια τους σαν πύρινες ηλιαχτίδες ξέφυγαν του ήλιου μυστικά , σοφά και πήγαν και αποκοιμήθηκαν ,σ’ ένα ασήμαντο μπλε πλανήτη ,σε μια ασήμαντη γωνιά, σε μια Αγία Τράπεζα ξεπλένοντας τα ηλίθια , Ηλί Ηλί-Θεέ μου που είπες . Ναι ,εκεί ,εκεί απάνω στην άγια τράπεζα ,που πετσοκόβουν ,με σίδερο ,το ακέφαλο άφθαρτο σώμα. Τη μικρή μεγαλόπρεπη θεία ψυχή σου, καθημερινά, τάχα ,για να έχουν έως του χρόνου τον ίδιο καιρό, να πίνουνε τον μοναδικό πολτό εκείνοι-εμείς ,που όλα τα μπορούμε, εμείς, εμείς οι Θεοφάγοι!

Τι άποψη λέω λοιπόν στο πιο πάνω κείμενο μου; Κάτι απλό και σύνθετο, όπως αυτό που είπε και ο Jorge Angel Livraga : «Μη πιστεύετε στα θαύματα, κάντε τα!» Αυτό μάλλον είναι και το μεγάλο νόημα της Αναστάσεως του Χριστού , το σύνθημα , το μυστήριο ,το μυστικό της Μεγάλης Εβδομάδας που μας πέρασε. Μα και το μυστικό της ζωής της όποιας ζωής. Εκείνος ήρθε σαν άνθρωπος και έγινε θεός. Γιατί όχι και εσύ ,εγώ, χρησιμοποίησε την θεϊκή ,την ανθρώπινη σου ικανότητα και κάνε αυτόν ,τον πλανήτη , τον άνθρωπο, πιο διαχρονικό, πιο αθάνατο! Αναλώσου κάπου που να αξίζει, για την συνείδηση της ψυχής σου . Και προς Θεού μην είσαι άλλο τόσο ηλίθιος!


Το ξέρω είναι δύσκολο ….απλά πες μου και εσύ τι επιδιώκουμε, ποιος είναι ο στόχος σου, τι λέει η καρδιά σου, …αν λέει πια.

Πέμπτη, 8 Ιανουάριος 2009

«Σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι»

Ναι, θα σας πω και άλλη ιστορία από το προσωπικό μου ημερολόγιο. Αν και οι γιορτινές μέρες έχουν περάσει, αυτό το περιστατικό διαδραματίσθηκε λίγες μέρες πριν την είσοδο του 2003. Μια χρονιά ¨ξεχασμένη¨….


Picture from Wikipedia


Τρεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα ,τρεις μέρες πριν την πρωτοχρονιά . Ώρα 6:15 περίπου, απόγευμα ,με βρίσκει σε ένα δωμάτιο να σέρνω ένα μικρό τρόλεϊ με δώρα ανεκτίμητης αξίας. Μικρά και πολύχρωμα ,μέσα σε μικρά ποτηράκια. Όχι δεν ήταν σφηνάκια και δεν είχα ρόλο μπάρμαν. Στο βάθος λοιπόν αυτού του δωματίου μια γριούλα κάθεται κοντά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Αφού μοίρασα στους υπόλοιπους εκεί τα φάρμακα τους και πείσθηκα ότι τα τίμησαν, έφτασα και στην κυρία δίπλα από το παράθυρο. Η τελευταία μου παράδωση για την ώρα .

“Καλό καιρό έχει έξω”, μου λεει . “Ναι”, αποκρίθηκα και της έδωσα με χαμόγελο τα φάρμακα της. Εκείνη την ώρα έξω φυσικά σκοτείνιασε ,άσε που θα έκανε και ψοφόκρυο. Πηγαίνω να κάνω μια στροφή στον τροχόπαγκο μου για να φύγω και βλέπω μια μικρή βαλίτσα μισανοιγμένη και μισογεμάτη πάνω στο κρεβάτι της γριούλας . “Γιαγιά, μα ,μας φεύγετε;” ,της λεω. “ Ναι, θα έρθει ο γιος μου να πάμε σπίτι του”, είπε και με κοίταξε με ικανοποίηση .Ευχήθηκα τότε καλό έτος και συνέχισα την δουλεία μου.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα περίπου, κάνοντας την ίδια μοιρασιά και περιοδεία μου ,σταμάτησα στην ίδια εκείνη γωνία. Κάθισα στην άδεια καρέκλα για λίγο και κοίταξα έξω. Τι έβλεπε άραγε; Τι την χαροποιούσε τόσο, ώστε να πίστευε ότι ο καιρός ήταν καλός. Ήταν μια γριά που απλά καθότανε χθες εδώ μες στην σιωπή της .Ποτέ κανένας δικός της ,έκτος από τα γράμματα που της έστελναν και της τα διαβάζαμε εδώ. Είχε βλέπετε δυο γιους. Φρόντισα και το ‘μαθα, αφότου έμαθα και για τον ήσυχο θάνατο της ,τις πρωινές ώρες της ίδιας αυτής μέρας.

Και ενώ συνέχισα να κοιτάζω έξω, ¨τον δικό μου κόσμο¨, εκείνον που κλείνει ανθρώπους της τρίτης ηλικίας σε μέρη σαν και αυτό. Είδα, ψεύτικους, φωτεινούς ,άγιους Βασίληδες να αναρριχώνται πάνω στα σπίτια μας. ανήμποροι να φτάσουνε στην ταράτσα. Ανήμποροι να γλιστρήσουν μέσα από τις καπνοδόχους μας .ανήμποροι να αφήσουν τα ουσιώδη δώρα μας. Άλλοτε ακρωτηριασμένα, δίχως ρίζες ,καθηλωμένα δέντρα, στολισμένα κατάλληλα μέσα απ’ τα παράθυρα μας. Με πολύχρωμες λάμπες που αναβοσβήνουνε σαν άρρωστες ,αμφιταλαντευόμενες…. Ώστε ,σκέφτηκα , αυτός είναι ο καλός καιρός.

Σηκώνομαι και βλέπω την μικρή βαλίτσα κλειστή και καθηλωμένη δίπλα από το ερμάρι. Μετά προχώρησα δυο βήματα και μπήκα ¨στο κόσμο της¨ ξανά, την πολιτεία των νικημένων από το χρόνο, την πόλη των γηραιών, … Λεω μέσα μου ,η ιδέα μου θα είναι ,απλά εμείς οι ανθρώποι δεν προφταίνουμε το χθες να σβήσουμε. Και αυτό ίσως να μένει εκεί παγωμένο να μας στοιχειώνει. Να μας θυμίζει ότι κάνουμε κύκλους .Ότι από εδώ ακριβώς ξανά περάσαμε. Και δεν θα είναι μόνο αυτό……αλλά κάτι , κάτι που γεννιέται, που φθείρεται, που λείπει. Που θα μας λείπει πάντα.

Πέρασε λοιπόν και η πρωτοχρονιά ,οι γιορτές και ένας από τους γηραιους συγκάτοικους της ,μου παραπονέθηκε για την βαλίτσα . Ανάλαβα έτσι την ειδοποίηση των δικών της και την ενημέρωση για την παράδοση των προσωπικών αντικειμένων .Φυσικά ήξερα από πιο πριν ότι την ταφή την ανάλαβε αυτό το μέρος που την φιλοξένησε τελευταίο. Καθώς και παρόλη την επίμονη ενημέρωση που έγινε ,δεν παρουσιάστηκε κανείς από τους συγγενείς της γριούλας ,στην ταφή.

Πήρα λοιπόν την πρωτοβουλία και τηλεφώνησα σε ένα από τους γιους της. Ειρωνεία , να κάνω κάτι παρόμοιο όπως στην τηλεοπτική εκπομπή, ¨έχεις πακέτο¨ . Και όταν μετά από μια ευγενική συλλυπητήρια κουβέντα ρώτησα για τη βαλίτσα σε πια διεύθυνση να την έστελνα. Ο κύριος στο ακουστικό απάντησε ότι θα μπορούσαμε να τα ρίχναμε στα σκουπίδια. Βούβωσα για λίγο σκεπτόμενος, τι κακό μπορεί να έκανε μια μητέρα ώστε στα γεράματα της να μην άξιζε την παρουσία έστω ενός από τα δυο παιδία της; Τόλμησα και μου ξέφυγε μια φράση, “ Καλά δεν ενδιαφερθήκατε ποτέ; ” Και η απάντηση, ήταν αυτή. “Ενώ εσένα που είσαι νοσοκόμος ,σε πληρώνουν να ενδιαφέρεσαι”.

Το μόνο που δεν ήξερε όμως ,ήταν ότι ήμουνα εθελοντής. Σίγουρα παρόλο που είχα διαβάσει στη γριούλα ένα γράμματα του γιου της και άκουσα κάποιες κουβέντες της για εκείνον .Θα μπορούσα εύκολα να πω ότι τα λεφτά ,οι περιουσίες ήταν πιο σημαντικά γι’ αυτόν .Κι όμως, δεν ήταν από καθήκον που του τηλεφώνησα, απλά κάνοντας την σκέψη ότι ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά έναν άνθρωπο. Και προπαντός αφού δεν ήξερα κάτω από ποιες συνθήκες βρισκόταν και έπραξε έτσι, εκείνος και η υπόλοιποι της οικογένειας του. Μετά από αυτή την τηλεφωνική επικοινωνία, αρκούμαι στο να πω, πως ότι και να ‘ταν η κατάσταση, μια καλή χειρονομία προς την γριούλα δεν θα έβλαπτε κανένα τους.

Όπως και να έχει το θέμα είναι ότι ,αυτές τις “γιορτινές μέρες ” τουλάχιστον, όσο μπορούμε να αναλογιστούμε και να ενδιαφερθούμε για την οικογένεια μας και ιδίως για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Και προπαντός να μην πληρώνουμε άλλους ανθρώπους για να ενδιαφέρονται για τους δικούς μας. Την υγεία, ναι, ίσως να μπορούμε να την αγοράσουμε εν μέρη από άτομα και αντικείμενα στο είδος της .Αλλά κάποια συναισθήματα που βοηθούνε στην επιβίωση (,ότι και να σημαίνει αυτό) ,όπως η αισιοδοξία , η αγάπη ,η ασφάλεια και η ηρεμία ,δεν μπορούμε. Είναι ανάξιο να νομίσουμε ότι μπορούν να γίνουν εμπορεύματα σε ένα επάγγελμα για να επαναπαυόμαστε αγοράζοντας τα.

Με άλλα λόγια ,όλα έχουν εν παρουσία ημερομηνία λήξης, τέλος. Kαι προπαντός, εμείς οι ανθρώποι ( ,ας μην το ξεχνάμε αυτό). Παρόλα αυτά ,πιστεύω αυτό που έχει σημασία είναι πόσο φροντίσαμε και προσπαθήσαμε ,να κατανοήσουν πόσο τους αγαπήσαμε ,ή όχι. Όχι για να θυμούνται εμάς, αλλά εμείς εκείνους και να καλυτερεύουμε ,να ερχόμαστε πιο κοντά σε αυτό που λένε, «αναγέννηση, επανάσταση» του κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση. Δηλαδή να ακούσουμε τι μας λέει η συνείδηση μας και όχι ο εγωισμός μας. Πόσο αλήθεια τα μπερδεύει ¨η ακοή¨ (,η λογική ,η κοινωνία,….) μας αυτά τα δυο. Ανθρώπινο αυτές τις γιορτινές μέρες, αυτόν τον ωραίο καιρό μας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ,πιο κάτω ,την ευχή της συγκεκριμένης γριούλας ,που αγόρευσε για να γράψει κάποιος συνάδελφος στο Χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο της υπηρεσίας. Όπου έχουμε συνήθειο να γράφουμε με όλους τους φιλοξενούμενους μας μέχρι σήμερα ,την περίοδο των Χριστουγέννων.

«Το δώρο που θα ήθελα είναι να ξαναπάω στα μέρη που γεννήθηκα, αλλά δεν μπορώ πια, γιατί είμαι πολύ γριά. Εύχομαι κανένας να μην περάσει τόσα βάσανα, και τόση πίκρα από τη ζωή. Χαρούμενα Χριστούγεννα και ευτυχισμένο νέο έτος σε όλους.»


Δευτέρα, 29 Δεκέμβριος 2008

Απόψε μη μιλάς είναι Χριστούγεννα

{Αγαπητά μου Νεράιδοπλάσματα , κατ’ αρχή θέλω να απολογηθώ για την ξαφνική αποχή μου από τα μαγικά παράθυρα . Να σας ευχαριστήσω πραγματικά για τα email σας .Σας ανησύχησα και σας έλειψα ,το ξέρω. Κάποιες προσωπικές μου ευθύνες και κάτι που με βαραίνει το μηνά Νοέμβρη πάντα , με απομάκρυναν από εσάς. Εκτός από αυτά είχα αποφασίσει από καιρό να κάνω μια εθελοντική προσφορά που με κράτησε επίσης κάπως απασχολημένο.

Όπως και να έχει, προς το παρόν είμαι εδώ και σας εύχομαι πολύ καλά Χριστούγεννα και ένα νέο έτος όπως εσείς το θέλετε. Είθε οι νεράιδες των ευχών να πραγματοποιήσουν όλες σας τις ευχές. Και κάτι ακόμα ,μην ξεχνιέστε ,οι νεράιδες θα είναι κοντά σας αθάνατες ,να σας προστατεύουν ,μόνο αν κρατήσετε αθάνατες τις όμορφες, τις καλύτερες στιγμές σας. Γι’ αυτό λοιπόν δίνω μια με το σφυρί μου στην χρυσή κλειδαριά ,του βιβλίου των ευχών και πάμε! }


Στου Δεκέμβρη τους χειμώνες ,τρέχεις να εξασφαλίσεις μια θεσούλα ,σε αυτό το «θέατρο».

Στριμώχνεσαι με όλους τους άλλους σε καταστήματα και ρεβεγιόν ,λες και είναι μεγάλη επιδίωξη, η επιβίωση .Θέλεις μια θέση που να έχει καλή θέα .Μα αυτούς δεν τους νοιάζει για τον δίπλα, τον μαχαιρώνουν και μετά απλά τον σκουντάνε .Έτσι πρέπει να κανείς και εσύ ,αν θες να πάρεις αυτή την θέση που έβαλες από καιρό στο μάτι. Πρόσεξε όμως, κάνε τα μάτια σου δεκατέσσερα ,βάλε όση πονηριά χρειάζεσαι και σου περισσεύει ,φτάνει να έχεις κατά νου ,ότι αν δεν προλάβεις, θα σε προλάβουνε.

Μα που να δεις μέσα σε τούτη την ομίχλη και το σκότος. Κλεψιές ,φόνοι, βιασμοί, αρρώστιες ,πόλεμοι, αδικίες, ψέματα …, παντού χάος.

Μόνο οποίος δεν φοβάται το κακό, βρίσκει την πολυπόθητη θέση. Όλοι τους το ξέρουν αυτό ,όπως και εσύ. Μα αυτός ο δρόμος ,για δες ,όλους τους κουράζει. Είναι δύσβατος ,γεμάτος λακκούβες ,χαράδρες και αγκάθια. Βρίσκεις και εσύ εκείνο τον δρόμο που με εύκολο τρόπο τον διαβαίνεις. Ξέρεις ,εκείνον τον τρόπο που τους ξεγλιστράς σαν ψάρι, που γίνεσαι άπιαστος ,με γρήγορες και απότομες κινήσεις. Εμπλουτισμένες με ψεύτικα χαμόγελα, δαγκωματιές στο σβέρκο και χτυπήματα κάτω από την μέση.

Επιτέλους όμως, έστω και με δίχως αυτόν τον τρόπο, βρίσκεις μια καρέκλα να βολευτείς μέσα σε τούτο το χάος.

Σε μια στιγμή κάτι ακούγεται .Είναι οι από πάνω .Αυτοί που κρατάνε τα νήματα, το χειριστήριο. Χαμηλώνουν τα φώτα , και η παράσταση αρχίζει ,με τους συνεσταλμένους ,αυτούς που δεν τους χωράνε ευαισθησίες , αυτούς που έχουν έμφυτη την τέχνη της υποκριτικής.

Στο θέαμα της πρώτης σκηνής θέλεις να βγάλεις μια κραυγή, μα βγάζεις μόνο ένα αναστεναγμό. Ναι, μίλα πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, μέχρι που η φωνή σου να γίνει ψίθυρος. Αρχίζει η δεύτερη σκηνή, ¨το κοριτσάκι με τα σπίρτα¨, ξανά γεννιέται, ξανά ονειρεύεται, ξανά πεθαίνει.

Λες και είναι η ίδια η αγάπη χλωμή, που με ολόγυμνα πόδια και ξεφλουδισμένα χείλι, σαν ζητιάνα τριγυρνά. Κρατά την φωτιά στα χέρια της ,μα η ίδια κρυώνει, παγώνει!

Τρομάζεις με αυτή την σκηνή ,συγκινήσαι ,σκουπίζεις λίγα από τα δάκρυα σου και ρίχνεις και μια μάτια γύρω σου, μήπως σε είδε κανείς. Μα μένεις απορημένος κοιτάζοντας τους. Διερωτάσαι αν είναι τυφλοί ,αλλήθωροι ,προς τα που κοιτάνε; Δίπλα σου κάποιοι βρίζονται για μια διαφορά. Άλλοι δυο τραβάνε μια γούνα πέρα δώθε ,με λυσσά. Άλλοι μαχαιρώνονται και άλλοι αλληλοπυροβολούνται.

Βρίσκεις όμως και εσύ το θάρρος και σηκώνεσαι απάνω, να τους φωνάξεις , ποιος εσύ. Εσύ που πιστεύεις ότι θα βγάλεις φωτιά από το στόμα σου σαν δράκος ,για να τους σώσεις. Για δες όμως, πάνω από το κεφάλι σου μια ατομική βόμβα αιωρείται ,έτοιμη να εκραγεί. Μην την προκαλέσεις καλύτερα, να σωπάσεις. Σκέψου πιο ξεκάθαρα, ¨λογικά¨ ,όπως κάνουν όλοι, κρύψε τον φόβο σου που σε παγώνει, τον πόνο που σε κομματιάζει. Και κάθισε ήσυχα στην θεσούλα σου ,αφήνοντας γύρω σου να ρέει το αίμα, πάνω στα ρούχα σου ,στα χέρια και το πρόσωπο σου. Κάποιοι σαν εσένα, αν πρόσεξες καλά ,το ίδιο κάνουνε. Υποκλίνονται στη ψευδαίσθηση του χρήματος και της δόξας.

Μα την εξουσία την έχει η αναξιοκρατία, ντυμένη στα κοσμικά, πολυτελή της φορέματα .Εκεί , κάτω από αυτά τα εκθαμπωτικά της φορέματα ,κρύβει τόση αιμοβόρικη φθορά που θα παρακαλούσες να μην κέρδιζες ποτέ αυτό το εισιτήριο.

Μα σαν από συνήθεια τώρα ,δεν λες τίποτα, παγώνεις και εσύ. Ο αχνός σου δεν διαγράφετε πια στην ατμόσφαιρα. Σαν χιονονιφάδα πλανιέσαι ,ώσπου να σε αφήσει ήσυχο ο κρύος άνεμος ,να πέσεις χαμό ,μαζί με τους άλλους και να γίνεις χιόνι.

Το μόνο που προλαβαίνουν να δουν τα μάτια σου μισοσβήνοντας είναι η τρίτη σκηνή του έργου. Όπου το κοριτσάκι με τα σπίρτα γίνετε αστέρι. Ένα αστέρι που έρχεται ,καθαρίζει την σκοτεινή ομίχλη και σας ενώνει όλους σε ένα ρυάκι που λαμποκοπάει.

Έτσι είναι η αγάπη, το έμαθες μόλις τώρα. Γεννιέται, ονειρεύεται , πονά ,πεθαίνει ,μα ξανά γεννιέται. Και όλος αυτός ο κύκλος της αναστάσεως όλο και ξανά γίνετε. Ώσπου μια μέρα αυτοί οι λίγοι που την νιώθουν, την ευεργετούν σαν εσένα, κουραστούν και τότε ποιος ξέρει, ίσως τα Χριστούγεννα να είναι αχρείαστα. Γι’ αυτό και εσύ ,όπως και Εκείνος που ‘χει απόψε τα γενέθλια του , μη μιλάς. Απόψε ,μη μιλάς, απόψε είναι Χριστούγεννα!




Lyrics | Barlow Girl lyrics - I Believe In Love lyrics

Πολλοί μου λένε, “ νιώθεις ότι είναι Χριστούγεννα; Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα”. Άλλοι πάλι εκφράζουν μια αντιπάθεια σε αυτή την γιορτή, τάχα ότι προτιμούν να περάσουν γρήγορα ,διότι εκτός από ότι χρειάζονται κουραστικές προετοιμασίες είναι και σπαστικό να είναι όλοι γύρω τους χαρούμενοι. Πραγματικά αγαπητοί μου φίλοι είναι Χριστούγεννα ,μέρες χαράς διασκέδασης μα και αγάπης. Ναι, αγάπης κάτι που ακούω συχνά να λείπει από τις ζωές πολλών συνανθρώπων μου. Και επειδή αυτές οι μέρες αναγκάζουν κάποιους να απαρνηθούν τον εγωκεντρικό τους εαυτό-χώρο. Εκείνον τον εαυτό τους που λέει με περηφάνια συχνά, «ξέρεις εγώ έτσι είμαι…μπλα….μπλα….μπλα….» (περνά μια ψωνισμένη μύγα). Είναι όμως αυτές οι άγιες μέρες, που ξυπνούν μια μικρή φωνούλα (την οποία είναι μάστορες στο να την πνίγουν μέσα τους), που λέγετε “συνείδηση” και φωνάζει, «για δες αυτούς που βοηθάνε, χαμογελάνε, αγαπάνε, κάν’ το και εσύ! Για να νιώσω καλά, σε παρακαλώ». Μα αυτοί βρίσκουν ανώριμες δικαιολογίες ,όπως πάντα. Μεταμορφώνονται σε “γκρινιάρηδες δικαστές ,που νιώθουν άβολα” και αρχίζουν να προσπαθούν να φέρουν μαύρα σύννεφα και στους άλλους . Μα να ‘ταν μόνο αυτό ,με ζήλια, με μνησικακία και φθόνο ¨σκοτώνουν¨, το ίδιο το είδος τους , με ότι βρούνε εύκαιρο(, βέβαια το πιο αποτελεσματικό φονικό μέσο είναι η εξουσία ,οι θέσεις ισχύς που λέμε).

Αυτά τα Χριστούγεννα και κάθε Χριστούγεννα πιστεύω θα μπορούσε να είναι μια αρχή ,για να συνεχίσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας, με αγκαλιές , μα πάνω από όλα συνεργασία . Πόσο τυφλοί άραγε είμαστε πια ,δεν βλέπουμε ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή ,ότι είναι συνετό την ζωή μας πέρα από τις άσχημες καταστάσεις να τη ζήσουμε όσο πιο μονιασμένα και όμορφα μπορούμε, “δίχως να βλάπτουμε”, πραχτικά ,όχι μόνο στα λόγια!


Δευτέρα, 27 Οκτώβριος 2008

« Alors , c ' est la guerre »


Είναι φορές όμως σαν σήμερα που βλέπω την θάλασσα να παίρνει εκείνο το χρώμα του ζεστού αίματος. Ξέρεις, κόκκινο, το χρώμα του πολέμου. Και αναρωτιέμαι γιατί τα ασπαλάθια αργούνε να φυτρώσουν . Γιατί αργούνε να κάνουν την δουλειά τους. Και όλα αυτά δεν με αφήνουν να χαρώ μια νίκη. Γιατί να τσακωνόμαστε; Γιατί να σκοτωνόμαστε, αφού ανήκουμε στην ιδία οικογένεια , στο ίδιο είδος… Βγήκα στο μπαλκόνι όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, άπλωσα δυο σημαίες . Δυο σημαίες που τους έδωσα όρκο .Χειροκρότησα την παρέλαση του θριάμβου , έριξα γαλανόλευκο χαρτοπόλεμο . Αλλά μην μου ζητάς, να μην κοιτάξω απέναντι πάλι .Εκεί, σε εκείνο το πληγωμένο βουνό, με το αστέρι και το μισοφέγγαρο. Να μην αγγίξω σε ένα τοίχο ,αυτούς που μου έλειψαν , που με προστάτεψαν, που μου χάρισαν. Να βγάλω από ,εκείνες ,ετούτες ,τις μελλοντικές μάνες την θλίψη. Να αντικαταστήσω με χρώμα του ουρανού, αυτό το καθημερινό μαύρο της ψυχής μου…. Πόλεμος λοιπόν.

[Τη 28η Οκτωβρίου το 1940.Με τη γαλλική φράση « Alors , c ' est la guerre », που σημαίνει ¨ Πόλεμος λοιπόν ¨, ο Μεταξάς απορρίπτει το ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο και απευθύνει διάγγελμα προς τον απανταχού ελληνικό λαό.]


Thanks for the photographs : 1, 2.


Τετάρτη, 22 Οκτώβριος 2008

Μία πήλινη κούπα (Κινέζικο παραμύθι)

Κάποτε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος ζήλεψε και έκλεψε μία πήλινη κούπα. Τον πιάσανε όμως την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή. Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο, που άρχισε να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βγει. Να δραπευτεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φύλακες ήταν πολλοί και τον φυλάγανε καλά. Δεν του ’μενε λοιπόν, παρά η πονηριά. Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα να τον πάει στο αυτοκράτορα.
- Και γιατί θες να δεις τον αυτοκράτορα; ρώτησε ο φύλακας.
- Θέλω να του δώσω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης.
Έτσι, τον οδήγησαν στην αυλή του αυτοκράτορα.
- Τι θέλεις από μένα; τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.
- Μεγαλειότατε, θέλω να σας προσφέρω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο, απάντησε ο κλέφτης κι έβγαλε από την τσέπη του ένα καλά διπλωμένο κομματάκι χαρτί. Το οποίο ανοίγει προσεχτικά και το δίνει στο φρουρό, όπου και εκείνος με την σειρά του το δίνει στον αυτοκράτορα.
- Μα δεν είναι παρά ένα κουκούτσι από αχλάδι! Φώναξε ο αυτοκράτορας, μόλις πηρέ στα χεριά του και είδε το περιεχόμενο του χαρτιού.
- Ναι, είναι μονάχα ένα κουκούτσι από αχλάδι, απάντησε ο κλέφτης, αλλά ένα σπάνιο είδος! Αν το φυτέψετε, θα γίνει δέντρο, και πάνω σ’ αυτό το δέντρο θα ωριμάσουν χρυσά αχλάδια.
- Και τότε γιατί δεν το φύτεψες εσύ;
- Υπάρχει σοβαρός λόγος. Για να βγάλει τα χρυσά αχλάδια, πρέπει να φυτευτεί από κάποιον που δεν έκλεψε ποτέ και δεν είπε ψέματα σε κανέναν. Διαφορετικά, θα βγάλει τα συνηθισμένα αχλάδια. Γι’ αυτό έφερα σε σας αυτό το κουκούτσι, γιατί σίγουρα δεν έχετε κλέψει, ούτε εξαπατήσει ποτέ κανέναν.
- Τι βλακείες μουρμούρισε ο αυτοκράτορας, ο οποίος θυμήθηκε ότι είχε κλέψει αρκετές φορές και εξαπατήσει φτωχούς χωριάτες με τη βαριά φορολογία….
- Εντάξει, τότε ας το φυτέψει ο υπουργός σας, αφού εσείς δεν με πιστεύετε.
- Εγώ δεν το πιστεύω και δεν θα το κάνω, γιατί απλά ο ίδιος είχε δωροδοκηθεί από πολλούς πολίτες.
- Εντάξει, ας το φυτέψει ο στρατηγός του αυτοκρατορικού στρατού, πρότεινε ο κλέφτης.
- Μα εγώ δεν κάνω καθόλου για κηπουρός, γιατί απλά κι αυτός είχε εξαπατήσει τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους.
- Εντάξει, τότε ας δοκιμάσει ο ανώτατος δικαστής.
Αλλά, ούτε και ο δικαστής δέχτηκε, γιατί συνήθως έβγαζε τις αποφάσεις του ανάλογα με τα λεφτά που ο κόσμος του έδινε.
- Εντάξει, τότε ,ο αυτοκρατορικός γιατρός.
- Εμένα δεν μου επιτρέπει ο όρκος μου να πλουτήσω με τέτοιο τρόπο, γιατί απλά ο ίδιος πλούτιζε με έναν άλλο τρόπο….
- Ας, το φυτέψει, επιτέλους, ο φύλακας των φυλακών.
- Δεν ασχολούμαι εγώ με τέτοια θέματα, γιατί και αυτός με τη σειρά του δεχόταν λεφτά από τους φυλακισμένους και κανόνιζε πόσο αυστήρα θα τους συμπεριφερόταν….
Κι έτσι συνεχίστηκε η ιστορία για κάμποση ώρα. Οποιονδήποτε και να πρότεινε, αυτός έβρισκε μια δικαιολογία για ν΄ αρνηθεί, γιατί δεν είχε καθαρή τη συνείδησή του.
Στο τέλος ο κλέφτης ξέσπασε σε γέλια:
- Όλοι σας, όποιοι και αν είστε, και δεν εξαιρώ κανέναν, κλέβετε, εξαπατάτε, λέτε ψέματα, αλλά κανένας δεν μπαίνει γι’ αυτά στη φυλακή. Ενώ εγώ, το μόνο που πήρα ήταν μια απλή, πήλινη κούπα, κι όμως έπρεπε να με κλείσουν γι’ αυτό μέσα.
Κι επειδή είναι παραμύθι, έχει όπως πάντα καλή κατάληξη, έτσι ο αυτοκράτορας άφησε ελεύθερο τον «τίμιο» κλέφτη!


Όπως και να έχει ,οι μύθοι μπορεί να γράφτηκαν αιώνες πριν ,αλλά μήπως ,αυτά που εξιστορούν-τα διδάγματα τους , μερικές φορές να αληθεύουν στην δική μας πραγματικότητα, αλλά με λίγο ,πολύ λίγο ,διαφορετικούς πρωταγωνιστές ,θύτες ,θύματα και ίδιο σενάριο; Γιατί τις πιο πολλές φορές ο νόμος να είναι εύπλαστος σαν πλαστίνη και η δικαιοσύνη θεόστραβη ; Γιατί πρέπει πάντοτε να ρίχνουμε με τόση ευκολία λίθο, σε ότι μας υποδεικνύεται ; Εσείς τι νομίζετε γενικά πάνω σ’ αυτό;

"Magical Template" designed by Blogger Buster